
07 Απρ Οι γυναίκες στην Ελληνική Επανάσταση του 1821
Την Δευτέρα 27/03/2023 έλαβε χώρα η εκδήλωση για την επέτειο της 25ης Μαρτίου στην αίθουσα της ΠΕΓΓ, με την συμμετοχή μελών και φίλων της εταιρείας. Οι συμμετέχοντες απόλαυσαν μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ιστορικά τεκμηριωμένη και γλαφυρή ομιλία από την κα Κ. Κουμπουρλή, με θέμα«Οι γυναίκες στην Επανάσταση του 1821». Το ακροατήριο παρακολούθησε με προσοχή και συγκίνηση την διάλεξη και έγιναν άπειρα εγκωμιαστικά σχόλια. Στο τέλος, όλοι συνεχάρησαν την ομιλήτρια. Λόγω της θετικής εντύπωσης που προκάλεσε η παρουσίαση το κοινό εξέφρασε την επιθυμία του για αυτούσια ανάρτηση της ομιλίας στη ιστοσελίδα μας.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας.
Είναι συνήθεια παλιά κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες να τιμάμε την επέτειο της Επανάστασης του ΄21, κορυφαία στο εθνικό μας ημερολόγιο εκπληρώνοντας το διπλό μας χρέος της καρδιάς και του νου, προσπαθώντας να διατηρήσουμε το παρελθόν ζωντανό, αντίβαρο του παρόντος, που στερεύει και αφυδατώνεται μέρα με τη μέρα.
Άλλωστε για το μνημόσυνο αυτό, μας προτρέπει και ο αγωνιστής, στρατηγός Μακρυγιάννης μέσα από τα απομνημονεύματά του, εκφράζοντας έτσι την επιθυμία των Αγωνιστών του ΄21.
«Ω πατρίς, ω πατρίς, να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνας, ότι εθυσιάσθηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μια φορά ελεύτερη πατρίδα, όπου ήσουνε χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών..»
Σαν σήμερα λοιπόν πριν 202 χρόνια, οι πρόγονοί μας έκριναν σωστό και αποφάσισαν ν’ αφήσουν τη βολή τους. Συμφώνησαν ότι δεν ταίριαζε άλλο να καλοπιάνουν τους Τούρκους με μπαξίσια και λουφέδες και συνειδητοποίησαν ότι είχαν το δικαίωμα να ζήσουν ελεύθεροι, να οργανώσουν οι ίδιοι τη ζωή τους και όχι να τους την ρυθμίζουν άλλοι, όποιοι κι αν είναι ξένοι ή ντόπιοι. Γι’ αυτό πήραν τα όπλα και επαναστάτησαν, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι αυτό, που υπάρχει στην ελληνική ιστορία σταθερό και αποτελεί την ουσία της ράτσας μας είναι ο αγώνας για την ελευθερία.
Στο σύνολο των σελίδων της ιστορίας μας, ο αγώνας του ΄21 για την ελευθερία της πατρίδας μας έχει σχεδόν ταυτιστεί στη συνείδηση των Ελλήνων με την παρουσία ανδρών γενναίων, ηρώων-παλληκαριών, που με τους τίμιους αγώνες, την πίστη στην ελευθερία και τη θυσία τους μας έδωσαν σήμερα το δικαίωμα να ζούμε ελεύθερα. Εύλογα όμως δημιουργείται το ερώτημα: Η γυναίκα απουσίαζε από τον αγώνα αυτόν; Ποια η θέση της και ποιος ο ρόλος της σ’ αυτόν; Ήταν ένας ρόλος δευτερεύων, που δεν άξιζε ν’ απασχολήσει ιδιαίτερα την ιστορία;
Κυρίες και Κύριοι,
Το εύλογο αυτό ερώτημα φαίνεται απασχόλησε και το Δ.Σ. της εταιρείας μας στον προγραμματισμό του για τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.
Στο κάλεσμά του να είμαι ομιλήτρια με θέμα «οι Γυναίκες στην Επανάσταση του ΄21», ανταποκρινόμενη θεώρησα χρέος μου να μιλήσω για ένα θέμα εξαιρετικά σημαντικό και ουσιαστικό και ενδιαφέρον. Ένα θέμα, που ενισχύει σε επιχειρήματα και μια άλλη επέτειο μέσα στον ίδιο μήνα, στις 8 του Μάρτη, των αγώνων των γυναικών από τα μέσα του περασμένου αιώνα για την ισότητα των δύο φύλων, που ακόμα όμως αυτή παλεύεται…
Ευελπιστώ να βοηθήσω με τη σύντομη ομιλία μου να συνειδητοποιήσουμε την παρουσία, το ρόλο και τη θέση του γυναικείου δυναμικού στην επαναστατική εκείνη περίοδο, αφού ομολογήσω ότι η αφορμή αυτή για συστηματικότερη μελέτη και ανίχνευση του ρόλου των γυναικών στην Επανάσταση, μου αποκάλυψε στιγμές μεγαλείου ελάχιστα γνωστές και μου προκάλεσε συγκίνηση, που σπάνια νιώθουμε για μεγάλες ηρωικές στιγμές της ιστορίας μας.
Γεγονός είναι ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας η έννοια της σύγκρουσης και του πολέμου, σε όποια εποχή κι αν συμβούν έχει συγκεκριμένο φύλο. Οι βίαιες και αιματηρές καταστάσεις θεωρούνται ανδρική υπόθεση. Όπως επίσης είναι γεγονός ότι η ιεράρχηση ευθυνών, αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεων υπήρξε άνιση στην πορεία των ανθρώπων στο χρόνο.
Η θέση της γυναίκας κατά την Τουρκοκρατία ήταν εξαιρετικά υποβαθμισμένη. Η Ελλάδα είχε χάσει κάθε σύνδεση με το Δυτικοευρωπϊκό Διαφωτισμό, στηριζόμενο στις αρχές της Δημοκρατίας της Αρχαίας Ελλάδας για ατομική ελευθερία και αυτοδιάθεση. Ο αναλφαβητισμός χαρακτήριζε περισσότερο τις γυναίκες, η θέση τους πολύ κατώτερη των ανδρών, η δε έννοια της αυτοδιάθεσης ανύπαρκτη στις υπόδουλες Ελληνίδες, που ακόμα και το όνομά τους αντικαθίστατο από εκείνο των ανδρών ή των πατεράδων τους, Θα καταγραφούν ως Λάμπραινα, Τζαβέλαινα, Λιάκαινα και άλλα.
Οι γυναίκες, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν αυτό που η εποχή τους όριζε, να είναι κυρίως θύματα. Θύματα ακούσια των σφαγών, των συγκρούσεων, της προσφυγιάς, εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρα, λεία πολέμου. Με τα παιδιά και τους ηλικιωμένους αποτελούσαν τους αδύναμους κρίκους των πολεμικών συγκρούσεων της Επανάστασης.
Χαρακτηριστική είναι επίσης η επιφυλακτικότητα από την πλευρά των ανδρών στο να εμπιστευθούν μυστικά στις γυναίκες. Γι’ αυτό όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος κατά την προετοιμασία της Επανάστασης εργάζονταν όλη τη νύχτα «κρυφά από τους Τούρκους και τις γυναίκες τους για τα αναγκαία του πολέμου..» Έτσι λίγες γυναίκες μυήθηκαν και μόνο στον κατώτερο βαθμό στη Φιλική Εταιρεία και χρησιμοποιούνταν σε ορισμένες αποστολές. Ανάμεσα σ’ αυτές η Μπουμπουλίνα, η Μαριγώ Ζαφαροπούλα και η Φαναριώτισσα Ευφροσύνη Νέγρη που όπως έγραψε η Καλλιρρόη Παρρέν το σπίτι της «απετέλει το κέντρον των μυστικών συναθροίσεων των μεμυημένων ομογενών».
Ωστόσο στην Επανάσταση οι γυναίκες βρέθηκαν να συμμετέχουν με παθητικό τρόπο, ενεργά στην πολεμική περιπέτεια, όχι μόνο ως ηρωικές μάνες, σύζυγοι και αδελφές στηρίζοντας τον αγώνα από τα μετόπισθεν, αλλά ως μαχήτριες και δυναμικές διεκδικήτριες της ελευθερίας. Οι ίδιες ελάχιστα τεκμήρια άφησαν για τη ζωή τους τον καιρό του Αγώνα. Αγράμματες και περιορισμένες δεν διέσωσαν στιγμές, σκέψεις και συναισθήματα. Η φωνή τους καταγράφηκε αποσπασματικά σε δημόσια έγγραφα, που ήσαν αναφορές, υπομνήματα και εκκλήσεις τους, με τα οποία διεκδικούσαν από την πολιτεία ηθική δικαίωση και υλική βοήθεια ως χήρες, ως πρόσφυγες αναξιοπαθούσες. Πληροφορίες που αναπαράγονται, χωρίς ιστορική τεκμηρίωση, αποσιωπημένες από την παραδοσιακή ιστοριογραφία. Λένε ότι η ιστορία γράφεται από άνδρες για άνδρες. Και μπορεί η έκφραση αυτή να μην ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα, σίγουρα όμως ήταν ο κανόνας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, όταν καταγράφονταν οι πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους.
Οι ιστοριογράφοι και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής με την ανδροκρατική αντίληψη που τους χαρακτήριζε, επηρεασμένοι από τις σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις για τη γυναίκα δεν έκριναν άξια της σοβαρότητάς τους ν’ ασχοληθούν με τις γυναίκες αγωνίστριες, δεν μπόρεσαν να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι η γυναίκα, το μισό του ελληνικού λαού, είχε το δικαίωμα στην τιμή, στην ανεξαρτησία και στην ευγνωμοσύνη της πατρίδας από τη στιγμή που δεν έμεινε άπραγη, αλλά αγωνίστηκε και δεινοπάθησε και θυσιάστηκε. Αθέατες επίσης οι γυναίκες και στις λεγόμενες «Ιστορίες της Επανάστασης» (του Οικονόμου, Σπηλιάδη, Σπ. Τρικούπη, Φιλήμονος και άλλων). Είναι τυχαίο ότι και αυτός ο Παπαρρηγόπουλος δεν αναφέρεται στις γυναίκες ηρωίδες;
Έτσι διαβάζοντας τα κείμενά τους κανείς, αποκτά την εντύπωση ότι οι γυναίκες ελάχιστο ρόλο έπαιξαν στην Επανάσταση του 1821 και το χειρότερο ότι ίσως είχαν συμβιβαστεί με τον Τουρκικό ζυγό. Αποτέλεσμα ήταν να χαθούν πολύτιμες πληροφορίες για τη συμμετοχή της Ελληνίδας στον αγώνα του ΄21, αφού η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης «κατήντησε να μοιάζει με τις μονές του Αγίου Όρους, που θηλυκό κανενός είδους δεν εισχωρεί». Μόνο στο τέλος του περασμένου αιώνα ιστορικοί, λόγιοι και δημοσιογράφοι με ευρύτερη αντίληψη, δημοσίευσαν άρθρα, νεκρολογίες και μονογραφίες για τις αγωνίστριες του ΄21.
Ευτυχώς όμως για τις γυναίκες αγωνίστριες της Επανάστασης στην κοινή συνείδηση μετράνε και άλλα πράγματα. Πρωτίστως ο λαϊκός πολιτισμός, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, αλλά και η τέχνη γενικότερα που παρακολουθεί τη ζωή, αγγίζει το βάθος της ανθρώπινης ψυχής χωρίς διάκριση φύλου, και παρουσιάζει ζεστά και ανάγλυφα κατορθώματα και θυσίες γυναικών του ΄21. Έτσι μέσα από την έντεχνη ποίηση και τη λογοτεχνία, τα δημοτικά μας τραγούδια, τις σελίδες απομνημονευματογράφων, τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις περιηγητών του 19ου αιώνα, τα κείμενα των Φιλελλήνων, ένα πλήθος γυναικών προβάλλει, που έχουν πολύπλευρη και ουσιαστική συμβολή στον Αγώνα.
Σποραδικές οι πληροφορίες για τις γυναίκες και από τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ΄21. Μακρυγιάννης, Φωτάκος, Δεληγιάννης, Κολοκοτρώνης, Μίχος, Σπυρομήλιος, Καρώρης και άλλοι Πελοποννήσιοι και Ρουμελιώτες ενδιαφέρονται προπάντων να προβάλουν τα δικά τους κατορθώματα, ζητώντας δικαίωση και αποκατάσταση.
Πλουσιότερες και συχνότερες είναι οι αναφορές στη γυναικεία δράση στα έργα των Φιλελλήνων και όσων ταξίδεψαν στην Ελλάδα τον καιρό του Αγώνα. Η συμβολή των Ελληνίδων στην Επανάσταση για την ανεξαρτησία του Έθνους προσέλκυσαν το ενδιαφέρον τους, συγκίνησαν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και προκάλεσαν αισθήματα ειλικρινούς θαυμασμού. Η Μπουμπουλίνα και η Μαντώ Μαυρογένους έγιναν ιδιαίτερα γνωστές. Στοιχεία της δράσης της Μαντώς περιλήφθηκαν στην έκδοση των ιστοριών της Επανάστασης του Πουκεβίλ, ενώ η βιογραφία της γράφτηκε από τον Τ. Ζινουβιέ.
Αναφορές στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά και κυρίως στα παθήματα των γυναικών της Επανάστασης εντοπίζονται στο έργο των ξένων στρατιωτικών, μελών διπλωματικών αποστολών και όσων Ευρωπαίων και Αμερικανών βρέθηκαν στους τόπους που εκδηλώθηκε η Επανάσταση. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του «Οι ξένοι που είδαν την Ελλάδα του ΄21» σε 5 πολυσέλιδους τόμους, συνέλεξε απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα και αλληλογραφία διπλωματών και περιηγητών.
Σημαντική στη συγκέντρωση στοιχείων για τις γυναίκες στην Επανάσταση ήταν η συμβολή της Καλλιρρόης Παρρέν. «Η Εφημερίς των Κυριών» που εξέδιδε, είχε ως κύριο μέλημα την αποκατάσταση των γυναικών στη θέση που τους ανήκε μέσα στην ιστορία των εθνικών αγώνων. Στο έντυπο επίσης αναφέρεται η οργάνωση ενός αγωνιστικού Φιλελληνισμού από Ελληνίδες διανοούμενες της Ιταλίας, όπως ήταν η Αγγ. Πάλλη που λειτουργούσε ως καταγγελία για τον αποκλεισμό από το δικαίωμα στην ανεξαρτησία του μισού του ελληνικού λαού.
Το τραγούδι και περισσότερο το κλέφτικο, ιστορικό τραγούδι αποτελεί τη σημαντικότερη παρακαταθήκη. Έρχεται πολλές φορές να καλύψει την παράλειψη της ιστορίας και να δώσει πολλές πληροφορίες για τις ηρωίδες. Μέσα απ’ αυτό θα δούμε το ήθος και τη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης στη γυναίκα της Επανάστασης, πώς να υπηρετήσει το «εμείς» αντί του «εγώ».
Μόνο έτσι μια μάνα θα έβρισκε κουράγιο να βάλει τον πόνο του χαμού του παιδιού της κάτω από την τιμή των όπλων και του κοινού καλού. «Τον Κίτσο τον επιάσανε και παν να τον κρεμάσουν, χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω, κι ολοξοπισω πάγαινεν η δόλια του η μανούλα.
- Κίτσο μου πού ΄ναι τ’άρματα, πού τα ΄χεις τα τσαπράζα;
- Μάνα δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου; Μον κλαις τ’άρματα; τα’ρημα τα τσαπράζια;»
Μέσα από το τραγούδι θα δούμε τη λαχτάρα του κοριτσιού που μεταμφιέζεται σε αγόρι για να πάει να πολεμήσει.
«Βάζει φωτιά στον αργαλειό,
στο φιλντισένιο χτένι, και τ’ άρματά της ζεύτηκε
και πάει με τους κλέφτες.
Κανείς δεν την εγνώρισε, πως ήταν κλεφτοπούλα και
μια γιορτή, μια Κυριακή μια πίσημη ημέρα,
είχαν οι κλέφτες σύναξη να ρίξουν το λιθάρι,
κι από τη φόρα τη πολλή, κι απ’ τον πολύ θυμό της,
εκόπη τ’αργυρό κουμπί, κι εφάνη το κορμί της
Δώδεκα χρόνους έκανε στα κλέφτικα ντυμένη..»
Άλλοτε πάλι η γυναίκα του Κλέφτη αιχμαλωτίζεται, υφίσταται σκληρές δοκιμασίες και απορρίπτει προσφορές.
- Λιάκαινα δεν παντρεύεσαι, δεν παίρνεις Τούρκο άντρα;
να σ’ αρματώσει στο φλουρί και στο μαργαριτάρι;
- Κάλλιο να δω το αίμα μου τη γη να κοκκινίσει,
παρά να δω τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήσει.»
Έτσι τα δημοτικά μας τραγούδια μιλάνε εύγλωττα και παραστατικά για τους αγώνες, το κραταιό φρόνημα, τη θυσία και το ολοκαύτωμα της Ελληνίδας στην Επανάσταση:
ΟΜΩΣ «Δεν είναι μπόι η Αντρειά και δύναμη στα μπράτσα
μα είναι δύναμη ψυχής, που μαρτυρά τη ράτσα» θα πει ο ποιητής.
Και έτσι είναι! Οι γυναίκες, παρά τους αυστηρούς κοινωνικούς περιορισμούς, μέσα από την εξάρτηση, τη σκιά, άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην Επανάσταση του ΄21, έδωσαν δείγματα μεγαλείου και επαναστατικής ετοιμότητας και επέβαλαν άτυπα την ισοτιμία των φύλων στα πεδία των μαχών.
Σμιλευμένες απ’ τη φτώχεια, την πείνα και την ανάγκη να επιζήσουν οι ίδιες και τα παιδιά τους, πορεύτηκαν στα χρόνια της Τουρκικής κατοχής και του ξεσηκωμού με πείσμα και αξιοπρέπεια με την ίδια υψηλή συνείδηση, τα ίδια ιδανικά του άνδρα. Η προσφορά τους στον Αγώνα 1821-1829 μεγάλη και πολλαπλή. Μετέφεραν τρόφιμα, πολεμοφόδια και υλικά στη μάχη, επισκεύαζαν τις οχυρώσεις, γιάτρευαν τις πληγές των αγωνιστών τυλίγοντας τα τραύματα με επιδέσμους φτιαγμένους από τα σεντόνια τους εμψυχώνοντάς τους και αντικαθιστώντας τους στη μάχη χωρίς δισταγμό, παίρνοντας τα όπλα, όταν εκείνοι έπεφταν, ατσαλωμένες από την απόφαση της νίκης.
Προβάλλουν 2 μορφές ηρωίδων γυναικών της Επανάστασης. Οι ηγετικές γυναικείες μορφές, που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, στη μάχη, είτε ως καπετάνισσες είτε ως απλές αγωνίστριες και οι απλές ανώνυμες Ελληνίδες γυναίκες που έπαιξαν ένα παραδοσιακό ρόλο μέσα στην οικογένεια, αλλά εξίσου πρόσφεραν στον αγώνα δρώντας με το δικό τους αφανή τρόπο, θυσιαζόμενες, αυτοκτονώντας, προσφέροντας τα παιδιά τους.
«Κανείς περίγελο, κανείς ντροπή δεν πρέπει να ΄χει
ότι γυναίκα οδηγεί την λεβεντιά στη μάχη.
Ας τρέμει κάθε αγαρηνό σπαθί, κάθε σαρίκι.
Γυναίκες ήταν οι Θεές, παρθένα ειν’ η Νίκη»
Μ’ αυτούς τους μοναδικούς στίχους του μεγάλου μας ποιητή Κ. Παλαμά θα συνεχίσω μνημονεύοντας επιλεκτικά γυναικείες μορφές του Αγώνα του ΄21, γιατί είναι αδύνατο μέσα σε μια ημίωρη ομιλία ν’ αναφερθούν όλες, που είναι αναρίθμητες. Και θα το κάνω διατρέχοντας όλο τον Ελλαδικό χώρο για να μην αδικήσω περιοχές, που δόξασαν με τον αγώνα τους οι γυναίκες.
Οι Σουλιώτισσες αποτελούν ένα ξεχωριστό παράδειγμα του Αγώνα, που φθάνει μέχρι την αυτοθυσία, δοξάζοντας το γυναικείο φύλο. Στο περήφανο Σούλι οι γυναίκες κατέχουν μια ξεχωριστή θέση. Τις σέβονταν οι άνδρες, γυμνάζονταν στα όπλα, εμψύχωναν τους μαχητές, ήταν στο σπίτι οι αδιαμφισβήτητοι αφέντες και ρίχνονταν στη μάχη όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.
Ξεχωριστή μορφή ήταν η Μόσχω Τζαβέλα, η καπετάνισσα γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Διακρίθηκε στη μάχη της Κιάφας, όταν κατατρόπωσε με 300 άλλες Σουλιώτισσες τους 3000 Αρβανίτες του Αλή Πασά. Αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα, που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση αποτελεί ο χορός του Ζαλόγγου. 60 γυναίκες ανώνυμες από το Σούλι, παραμονές Χριστουγέννων του 1803 για να μην γίνουν σκλάβες για τα χαρέμια και τα παιδιά τους γενίτσαροι, αφού έριξαν τα παιδιά τους στο γκρεμό, πιάστηκαν σε κύκλο και χόρεψαν τον τελευταίο τους χορό πέφτοντας και αυτές στο γκρεμό, διακηρύττοντας την αξία της ελευθερίας με τη φράση του τραγουδιού «οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε δίχως την ελευθεριά».
Ο ποιητής Χριστοβασίλης, θα πει αργότερα:
«Τέτοιες γυναίκες άντρισσες, στρατιώτισσες γυναίκες,
σαν τούτες, που χορέψανε στους βράχους του Ζαλόγγου
Δεν είχε η Ανατολή, δεν είχε ούτε η Δύση,
το Σούλι μόνο γέννησε και κανείς άλλος τόπος!»
Την ίδια χρονική στιγμή, η Δέσπω Σέχου-Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον Πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα (μικρό χωριό μεταξύ Άρτας και Πρέβεζας), έβαλε φωτιά στο μπαρούτι του Πύργου και τον ανατίναξε. Η λαϊκή μούσα πάντοτε παρούσα αποθανάτισε τη θυσία της σ’ ένα από τα πιο γνωστά δημοτικά τραγούδια:
«Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν
Μήνα σε γάμο ρίχνονται; Μήνα σε χαροκόπι;
Ουδε σε γάμο ρίχνονται, ουδε σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια..
και τελειώνει: …Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει
Σκλάβες Τούρκων μη ζήσουμε παιδιά μαζί μ’ ελάτε
Και τα φουσέκια άναψε και όλες φωτιά γεννήκαν.»
Τα ονόματα των ηρωίδων του Σουλίου με τις ξεχωριστές ηρωικές πράξεις θα χρειάζονταν σελίδες πάρα πολλές. Λένω Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου Μπότσαρη, Χάιδω Σέχου, Δέσπω Τζαβέλα, Χρυσούλα, Βασιλική και Αικατερίνη Μπότσαρη, Φωτεινή Τζαβέλα, Μαλάμω Σταθογιάννη, Δέσπω Λιακατά, είναι μόνο μερικά . Το Σούλι εξαιτίας τους έγινε θρύλος.
«Χίλια καντάρια ζάχαρη, θα ρίξω μεσ’ τη λίμνη
για να γλυκάνει το νερό να πιει η κυρά Φροσύνη»
Δημοτικό
Την ίδια χρονική περίοδο αξίζει η αναφορά μας στην κυρά Φροσύνη, γυναίκα Γιαννώτισσα «θαυμάσιου κάλλους και περηφανούς γένους», που στις 8 Ιανουαρίου 1801 την άρπαξε από το σπίτι της ο Αλή Πασάς και με άλλες 17 γυναίκες θανάτωσε με πνιγμό στη Λίμνη. Στο ερώτημα γιατί διέταξε αυτό το ανοσιούργημα, ο ίδιος εξοντώθηκε από τους Τούρκους και πήρε το μυστιικό μαζί του. Οι διάφορες εκδοχές που διατυπώθηκαν, καταρρίπτονται από τους ιστορικούς, κατά τους οποίους η κυρά Φροσύνη ήταν και σημαίνον πρόσωπο στην περιοχή, που μέσα από τις επαφές της μπορεί να δέχθηκε την επίδραση του Ρήγα και να ανέπτυξε δράση επαναστατική. Γι’ αυτό και η σκληρή τιμωρία, αλλά και γι’ αυτό η λαϊκή μούσα την αποκαλεί «παινεμένη», «ξακουσμένη» και την περιβάλλει με τρυφερότητα.
«Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράγματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ..»
Ακίνητες, αστέναχτες, δυο χαρακτηρισμοί μοναδικοί και συγκλονιστικοί, δοσμένοι στις Μεσολογγίτισσες από τον Εθνικό μας ποιητή, έρχονται με τη μορφή της Ελληνίδας μέχρι σήμερα, καταδεικνύοντας μια κατάσταση, που σημαδεύει καταμεσίς στον ψυχισμό της γυναίκας. Οι Μεσολογγίτισσες έδειξαν ότι η τιμή και η ελευθερία ήταν για αυτές τα υπέρτατα αγαθά και έγιναν τρανά παραδείγματα ηρωισμού, αξιοπρέπειας, ψυχικής και πνευματικής έξαρσης.
Αποκορύφωμα του ηρωισμού τους, είναι η συμμετοχή τους στην έξοδο, την υπέρτατη θυσία ύστερα από τόση εξαθλίωση που άντεξαν πολιορκημένες, προτιμώντας την υλική αθλιότητα μιας ζωής χωρίς στοιχειώδη υλικά αγαθά, παρά την ηθική και ψυχική αθλιότητα μιας ζωής χωρίς ελευθερία. Και όταν φθάνει η μέρα 10 Απριλίου 1826, κοινωνάνε, βάζουν τα γιορτινά τους, οι μάνες έχουν δώσει αφιόνι στα παιδιά τους να μην κλαίνε και καίνε στους δρόμους όλα τα πράγματά τους για να μην πέσει κάτι στα χέρια των Τούρκων. Κάποιες φόρεσαν ανδρικά ρούχα και οπλίσθηκαν, αποφασισμένες να σωθούν ή να πεθάνουν μαχόμενες. Άλλες εκείνη την ώρα αυτοκτονούν ή σκοτώνονται από τους ίδιους τους άνδρες τους.
Μεταξύ των γυναικών που συμμετείχαν στην έξοδο αναφέρονται η ηρωική Γαλαξειδιώτισσα Αλεφάντω Ζανιά, η παπαδιά Κουρκουμέλη, η Αλτάνα Μάγιερ, Μεσολογγίτισσα, σύζυγος του Φιλέλληνα Ελβετού γιατρού Ζαν Ζακ Μάγιερ, η οποία, συμμετέχοντας στην έξοδο με το σύζυγο και τις κόρες της, πρόσφερε και τη ζωή της και η Βασιλική Τζαβέλα, Αγρινιώτισσα, σύζυγος του Κίτσου Τζαβέλα. Αυτές ήταν οι Μεσολογγίτισσες και το ΄πε μ’ ένα στίχο ο Σολωμός: «θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω».
Δεν υπολείπονται σε ηρωισμό των υπόλοιπων γυναικών της Επανάστασης οι Νησιώτισσες.
Όταν η Χίος και η Σάμος το Μάρτιο του 1822 ξεσηκώθηκαν, ο άμαχος πληθυσμός δέχθηκε τη λύσσα των Τούρκων με σφαγές και κακοποιήσεις. Κατά τον Άγγλο πρόξενο στη Σμύρνη Fr. Werry: «Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιώνται κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλές αυτοκτόνησαν. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα». Ανάλογη ήταν η τύχη και των γυναικών της Κάσου και των Ψαρών το 1824. Οι Τούρκοι καίνε, σφάζουν, βιάζουν, αιχμαλωτίζουν. Στα Ψαρά τα γυναικόπαιδα ζητούν καταφύγιο προς το λόφο Παλαιοκάστρου, που όταν πολιορκήθηκε, μαζεμένα στην πυριτιδαποθήκη τινάχθηκαν στον αέρα για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια των Τούρκων. Πράξη έσχατου ηρωισμού και αξιοπρέπειας.
«Στη θάλασσα πολέμησα
με λένε Λασκαρίνα
και στον αγώνα έγινα
γενναία Μπουμπουλίνα»
Ήταν το πρώτο μου ποίημα σε εθνική γιορτή, μαθήτρια του δημοτικού για τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την πρώτη και μεγάλη, ανάμεσα στις ηρωίδες της θάλασσας, νησιώτισσας στην καταγωγή. Το όνομά της συμβολίζει ό,τι πιο γενναίο έχει να επιδείξει η ιστορία της γυναίκας. Μυθιστορηματική η ζωή της, από τη γέννησή της ακόμα, γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν τον ανεξάρτητο και δυναμικό χαρακτήρα της. Κόρη του Υδραίου πλοίαρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύης Κοκκίνη, γεννήθηκε στις φυλακές Κωνσταντινούπολης στις 11/5/1771, όταν η μητέρα της έγκυος επισκέφθηκε τον φυλακισμένο εκεί πατέρα της για τη συμμετοχή του στα Ορλοφικά. Εγκατεστημένη στις Σπέτσες, παντρεύτηκε 2 φορές, στα 17 της τον Δημ. Γιάννουζα και στα 30 της τον πλοιοκτήτη και πλοίαρχο Δημ. Μπουμπούλη. Έμεινε 2 φορές χήρα, έχοντας 6 παιδιά, και μια μεγάλη περιουσία. Από τις ελάχιστες γυναίκες που γνωρίστηκε με Φιλικούς και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση, με το πλοίο «Αγαμέμνων», το πρώτο πολεμικό σκάφος της Ελλάδος, που η ίδια ναυπήγησε και καπετάνιο το γιο της Γιάννη Γιάννουζα, κίνησε πρώτη, όρθια στο πλοίο και αρματωμένη για το Ναύπλιο. Η παρουσία της πλανιέται στην πολιορκία του Ναυπλίου, της Τριπολιτσάς, στο Άργος, στη Μονεμβασιά. Στα ελληνικά στρατόπεδα ξεσηκώνει τον ενθουσιασμό των αγωνιστών, εμψυχώνει, πολεμά έφιππη στο πλευρό του Κολοκοτρώνη με το μέρος του οποίου ήταν στον εμφύλιο. Και ενώ στις Σπέτσες ετοιμαζόταν να συνεχίσει τον αγώνα, μια οικογενειακή διένεξη είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατό της στις 22/3/1825. Κηδεύτηκε σε πανελλήνιο πένθος, ενώ τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στον Αγ. Νικόλαο, όπου έως σήμερα τα συνοδεύουν του νησιού οι αύρες..
«Η Λασκαρίνα ήτο φαινόμενο τι κατά τον αγώνα και προϊόν της φύσεως έκτακτο» «απαίδευτος αλλά μεγαλόφρων και ελευθεριάζουσα, ντυμένη γυναίκα και αρματωμένη σαν άνδρας», γράφει μεταξύ άλλων ο Φιλήμων. Κατά δε τον Γάλλο Βουτιέ ήταν «πιστή παράδοση των γυναικών της Σπάρτης».
Ενημερωτικά το αρχοντικό της οικογένειας Μπουμπούλη στις Σπέτσες, μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της Μπουμπουλίνας Φίλιππο Δεμερτζή-Μπουμπούλη σε μουσείο, που το επισκέπτονται εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες. Το 1959 γυρίστηκε ταινία βασισμένη στη ζωή της με τίτλο «Μπουμπουλίνα». Την ομώνυμη ηρωίδα υποδύθηκε η Ειρήνη Παππά.
Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο Ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα. Το 2018, 193 χρόνια μετά το θάνατό της, με απόφαση του ελληνικού Υπουργείου Άμυνας της απονεμήθηκε ο βαθμός του Υποναυάρχου επί τιμῇ, ο πολεμικός Σταυρός Α΄ Τάξεως και το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων. Η μαρμάρινη προτομή της, έργο του Λαζ. Λαμέρα, κοσμεί τη Λεωφόρο Ηρώων στο πεδίο του Άρεως.
Ανάμεσα στο πάνθεον των ηρώων του ΄21, ξεχωριστή προσωπικότητα αναδύεται η μορφή της χειραφετημένης, μορφωμένης και ακατάβλητης γυναίκας μαχήτριας, που με την αυταπάρνηση, συνέβαλε στο έπος του ΄21. Ο λόγος φυσικά για τη Μαντώ Μαυρογένους (Μαγδαληνή το βαπτιστικό). Γεννημένη στην Τεργέστη, ανατράφηκε και μορφώθηκε, επηρεασμένη από τις αρχές του Διαφωτισμού, γοητευτική, με ευρωπαϊκή εμφάνιση και αέρα. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση πηγαίνει στη Μύκονο, τόπο καταγωγής της. Έμεινε γνωστή ως «ηρωίδα της Μυκόνου», γιατί από εκεί, κατά τον Πουκεβίλ, ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1821 για την Εύβοια με δυο πλοία που αρμάτωσε με έξοδά της και άλλα Μυκονιάτικα. Το 1823 συμμετέχει στην πολιορκία της Καρύστου. Για τη συμμετοχή της αυτή της απονεμήθηκε για πρώτη και μοναδική φορά προς γυναίκα, κατά τη διάρκεια της Επανάστασης το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου, βαθμό που αργότερα επικύρωσε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, Σε μάχες στη Φθιώτιδα η Μαντώ γνωρίζεται με τον Δημήτριο Υψηλάντη και ερωτεύονται, με τη Μαντώ να διεκδικεί παρουσία με πολιτικό νόημα δίπλα του. Στον αρραβώνα που ακολούθησε, πολλοί από τους ισχυρούς πολιτικούς αντιτάχθηκαν, με πρωταγωνιστή τον Γαλλόφιλο Κωλέττη, ο οποίος με ραδιουργίες πέτυχε να διαλυθεί η σχέση. Αμφισβητώντας έμπρακτα την στερεοτυπική εικόνα της γυναίκας εκείνης της εποχής, οργισμένη η Μαντώ εμφανίστηκε στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση μόνη γυναίκα και ζήτησε να διαβάσει καταγγελία για αθέτηση υπόσχεσης γάμου. Σε μια τριετία είχε διαθέσει όλη την περιουσία της, μετρητά, κτήματα, κοσμήματα, για τον εξοπλισμό των πλοίων, συγκρότηση στρατιωτικών τμημάτων και οικονομική στήριξη αγώνων πολλών επαναστατημένων νησιών. Ενώ καθημερινά έφθαναν γράμματά της στις ευγενείς κυρίες των ευρωπαϊκών Πρωτευουσών για βοήθεια προς την Ελλάδα. Η ηρωική αυτή μορφή στο τέλος δεν είχε να ζήσει. Το 1848 θα πεθάνει στην Πάρο, όπου έμενε σε συγγενείς της έρημη και απογοητευμένη απ’ όλους.
Ο Γάλλος Φιλέλληνας Μαξίμ Ρεμπώ, συγκρίνοντάς τη με την Μπουμπουλίνα αναφέρει: «Από τη μια μεριά (η Μπουμπουλίνα) το θάρρος σπάνιο σε γυναίκες, που συνοδεύεται όμως από τη βουλιμία για το κέρδος και από την άλλη (Μαντώ)η φιλοπατρία σε όλη της την καθαρότητα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, η απόλυτη αυτοθυσία, η πιο συγκινητική απρονοησία για το προσωπικό μέλλον».
Έχει αναγερθεί μαρμάρινη προτομή της, έργο του Κ. Δημητριάδη στην κεντρική πλατεία της Μυκόνου, που φέρει το όνομά της. Πολλοί δρόμοι σ’ όλη τη χώρα πήραν το όνομά της, κόπηκαν αναμνηστικά κέρματα, όπως αυτό των 2 δραχμών (1988-2001). Ταινία για τη ζωή της με τίτλο «Μαντώ Μαυρογένους» γυρίστηκε και προβλήθηκε το 1971 με την Τζένη Καρέζη να την ενσαρκώνει.
«Μην είδες και μην άκουσες για την
κυρά Δομνίτσα, την όμορφη, τη δυνατή,
την αρχικαπετάνα, που ‘χει καράβι ατίμητο
και πρώτο μες στα πρώτα;»
Το τραγούδι της κυρα-Δόμνας (κλέφτικο)
Λιγότερο γνωστή στέκει μια άλλη θαλασσομάχος ηρωίδα η Δόμνα Βισβίζη, γυναίκα του εφοπλιστή Αντώνη Βισβίζη, κυβερνήτη του πλοίου «Καλομοίρα» από τη Θράκη. Αφοσιωμένη στη μεγάλη ιδέα της Φιλικής Εταιρείας, μητέρα 4 παιδιών, έγινε Καπετάνισσα και πολέμησε ηρωικά στη ναυμαχία της Λέσβου, της Χίου και της Ερεσσού. Πέθανε ξεχασμένη από όλους,
Αλλά και οι γυναίκες του Μωριά, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση ξεπέρασαν τα ανθρώπινα μέτρα. Η Μάνη πολύ δύσκολα πατήθηκε από τους Τούρκους. Οι γυναίκες της περιοχής συνέχιζαν την αρχαιοελληνική παράδοση, είχαν γαλουχηθεί στην σκληρή πολεμική ζωή. Θεωρούσαν το θάνατο του Μανιάτη στον πόλεμο χρέος και φυσικό αποτέλεσμα του ηρωισμού. Έτσι η Μανιάτισσα μάνα νανουρίζει το μωρό ευχόμενη: «Να είναι καλορίζικο, χρόνια πολλά να ζήσει, να γίνει στ’ άρματα γερό και τους οχτρούς να σβήσει.»
Και όταν πάλι το παιδί της σκοτώνεται, πνίγει τον μητρικό της πόνο με τη συναίσθηση ότι:
«…σκοτώθηκε στον πόλεμο,
\εδιάβη με δόξα και τιμή
κι έκανε το καθήκον του
για της πατρίδας την τιμή»
Και αφού η Μανιάτισσα μοιρολογήσει, παίρνει το όπλο και ζητάει εκδίκηση για τον νεκρό. Σπουδαίες καπετάνισσες γυναίκες ηρωίδες Μανιάτισσες υπήρξαν:
Η Κωνσταντίνα Ζαχαριά, καπετάνισσα, ύψωσε πρώτη στη Σπάρτη τη σημαία της Επανάστασης, πήρε τα όπλα και τέθηκε επικεφαλής 500 ανδρών και γυναικών, κατέλαβε το Λεοντάρι, σκότωσε τον Οθωμανό Διοικητή, έβαλε φωτιά στο σπίτι του και κατέβασε την τουρκική σημαία από τα τζαμιά, τα οποία έπειτα έκαψε.
Επίσης η Σπαρτιάτισσα Σταυριάνα Σάββαινα πήρε τα όπλα, όταν σκοτώθηκε ο άνδρας της Γιωργάκης Σάββας στο Βαλτέτσι, και πολέμησε στην ίδια μάχη, μόνη μεταξύ ανδρών, πλάι στον Μαυρομιχάλη. Η Παρρέν το 1830 στην «Εφημερίδα των Κυριών» έγραψε «οι περί τον Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλης και Πλαπούτας δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι γυναίκα είχε τόσο θάρρος». Ωστόσο επί Όθωνα, ζούσε από τη βοήθεια οικογενειών άλλων αγωνιστών και όταν πέθανε, με έρανο την έθαψαν. Η Ανδρονίκη Στάρκου, Μανιάτισσα, εντάχθηκε στην Επανάσταση από τις πρώτες μέρες. Πήρε μέρος στη μάχη του Βαλτετσίου, στην Άλωση της Τριπολιτσάς και με τον Ανδρέα Μιαούλη στη ναυμαχία της Πάτρας. Είναι το κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν, «Οι πειρατές του Αιγαίου».
Η Ζαμπέτα Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, πρωτοκαπετάνισσα μάνα του Θόδωρου, μεγάλη ηρωίδα. Παίρνει μέρος σε μάχες, εμψυχώνει άνδρες και γυναίκες, παρακινεί τα παιδιά της στον αγώνα. Υπήρξε αφοσιωμένη σύζυγος του Κωνσταντή και όταν ο άνδρας της στραγγαλίστηκε από τους Τούρκους, κατέφυγε στη Δυτική Μάνη στερούμενη ακόμα και το ψωμί. Όπου πήγαινε δούλευε, ύφαινε επί πληρωμή, έκοβε ξύλα, τα οποία ο μικρός Θοδωρής πήγαινε με γαϊδουράκι στην Τρίπολη και τα πουλούσε.
Τέλος, ειδική αναφορά γίνεται από τους ιστορικούς και στις Αργίτισσες, που όταν το 1821 η περιοχή δέχτηκε την επίθεση του Κεχαγιάμπεη, 18 από αυτές έπεσαν στα πηγάδια και πνίγηκαν για ν’ αποφύγουν την ατίμωση.
Η Επανάσταση στη Μακεδονία ξέσπασε στον Πολύγυρο το Μάη του 1821 και αμέσως γενικεύτηκε με τις γυναίκες να δείχνουν θαυμαστό θάρρος και ν’ αντιστέκονται σθεναρά για την πίστη, την τιμή και την ελευθερία τους. Οι Τούρκοι αντέδρασαν βίαια, Έκαψαν την Κασσάνδρα και ακολούθησαν η Βέροια, η Έδεσσα, η Σιάτιστα, η Κοζάνη και άλλες. Αλλά η πόλη που εξοντώθηκε στην κυριολεξία ήταν η Νάουσα. Εκεί οι γυναίκες με τα παιδιά τους γκρεμίστηκαν στους καταρράκτες της Αραπίτσας για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων και έγιναν ένας ακόμα θρύλος του 1821. Πολλές επίσης συνελήφθησαν και βασανίστηκαν ανηλεώς. Μεταξύ αυτών η Καρατάσαινα, γυναίκα του Καρατάσου, οπλαρχηγού μέλους της Φιλικής Εταιρείας και η Ζαφειράκαινα, σύζυγος του οπλαρχηγού της Νάουσας Ζαφειράκη. Για τις θηριωδίες των Τούρκων αναφέρει ανατριχιαστικά ο Γ. Μαραβελέας «…όλες τις αρχόντισσες της Ναούσης τις έστησαν όρθιες μπροστά στο διοικητήριο σε λάκκους και τις σκέπασαν μέχρι τη ζώνη μέσα στο χώμα και περνούσε ο τούρκικος όχλος τις έβριζε, τις έφτυνε και τις χτυπούσε μ’ αναμμένα δαυλιά. Τις άλλες γυναίκες τις φυλάκισαν σε μπουντρούμια και τις άφησαν να πεθάνουν εκεί χωρίς νερό και τροφή. Άλλες πάλι τις ρίξανε στους υπονόμους και έφραζαν τις εξόδους μέχρι που πέθαναν από ασφυξία..».
Οι Κρητικές δεν υστέρησαν στη μεγάλη συμβολή για την επιτυχία του Αγώνα. Από το 1609 που οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κρήτης οι γυναίκες αποτέλεσαν στόχο της τουρκικής μανίας. Ο Ρεθύμνιος επικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής περιγράφει:
«Των γυναικών τα βάσανα ανθρώπου νους δεν βάνει,
(τα ήθη των Αγαρηνών και την κακήν τους πλάνη)
ταις απαινδρες χωρίζασι οι ασεβείς και πέρναν
και στην Τουρκιά και στα νησιά ήρχονταν και τση φέρναν»
Οι Τούρκοι έκαναν συστηματικό παιδομάζωμα. Το πρωτοφανές που επιβλήθηκε ωστόσο στην Κρήτη, ήταν η «ερωτική φορολογία». Ο αγάς κατά την παράδοση μπορούσε ν’ απαιτήσει σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα την έκθεση των γυναικών στην πλατεία, όπου τις ξεγύμνωναν και τις βίαζαν δημόσια. Πολλές οι Κρητικές που διακρίθηκαν και στη μάχη. Όταν χτυπήθηκαν τα Σφακιά, το 1774, οι γυναίκες αντιστάθηκαν γενναία.
Η λαϊκή μούσα θα θρηνήσει:
«Κλαίνε την Μπουρμπαροκατσούλη με την μακριά πλεξούδα
όπου πολεμά αντρίστικα κι ας ήταν κοπελούδα
Κλαίνε και τη Σφουροφυλλιά πούκαμε τα λαγούμια
κι έκανε τα παιδιά ορφανά χηράδες τα χανούμια..»
Σ’ όλη τη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και αργότερα (1866-1869) οι Κρητικοπούλες συνεχίζουν με αυταπάρνηση να κάνουν το καθήκον τους. Η ηρωική καπετάνισσα Χαρίκλεια Δασκαλάκη, ανδραγάθησε στο Αρκάδι. Η Αντωνούσα Καστανάκη, η οπλαρχηγός, ζώστηκε τ’ άρματα και βγήκε στο βουνό. Όχι λιγότερο ένδοξη υπήρξε η καπετάνισσα Παντελία Κουσταντάκη από τη Μαλάξα, που διέπρεψε στην Επανάσταση του 1897.
Τέλος, οφειλόμενη η αναφορά μας και στην αριστοκράτισσα Ελισάβετ Υψηλάντη, Ελληνίδα καταγόμενη από τη Βόρεια Ήπειρο και τη Μολδαβία, την μητέρα των Υψηλάντηδων, που αποκαλούνταν και «Πρωτομάνα των Φιλικών». Πρώτη χρηματοδότησε τον Αγώνα, που προετοιμαζόταν, ενώ στις 16/2/1821 στο αρχοντικό της συγκεντρώθηκαν οι Φιλικοί για ν’ αποφασίσουν τη στιγμή της Εξέγερσης. Η ηθική και υλική συμβολή της Υψηλάνταινας είναι τόση που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είπε στους άλλους εταίρους: «Γράψτε στο τέλος της Διακήρυξης: Φιλώ το χέρι της μητρός μου.»
Κυρίες και Κύριοι, στο σημερινό μας μνημόσυνο θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε την αφανή εκείνη οπισθοφυλακή που αν και δεν άρπαξε τα όπλα, αγωνίστηκε με την ψυχή της. Είναι οι αναρίθμητες μορφές των απλών γυναικών του λαού. Οι γυναίκες αυτές θεραπεύτριες σκυμμένες στον αργαλειό, καλλιεργώντας το χωράφι, όταν ο άνδρας αγωνιζόταν, κουβαλώντας φυσίγγια στην ώρα της μάχης. Αυτές οι παραδοσιακές γυναίκες με την έντονη έμμεση παρουσία και το έμμεσο ηρωικό στοιχείο, την πίστη, την υπομονή, τη θέληση, τη στέρηση, που περιορίστηκαν στο ρόλο της γυναίκας της εποχής, πιστές στις κοινωνικές αξίες, αφοσιωμένες στον άνδρα, στη θρησκεία, στη μετάδοση των ελληνικών αξιών και ιδανικών στα παιδιά τους, που έθρεψαν ήρωες και υπερασπίστηκαν την τιμή και την ατομική ελευθερία. Αυτές συνέβαλαν κατά τρόπο αξιοθαύμαστο στην έκβαση του Αγώνα και στη διατήρηση του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, Πόσα και πόσα δεν μπορεί να μνημονεύσει κανείς από τη συμβολή αυτών των απλών γυναικών. Αμέτρητες λοιπόν είναι οι Ελληνίδες που πρόσφεραν με κάθε τρόπο τις υπηρεσίες τους στην Εθνεγερσία του 1821. Αμέτρητος και ο πόνος που υπέστησαν, αμέτρητες οι θυσίες που πρόσφεραν. Αδύνατον όμως να παρουσιαστούν σ’ όλη τους την έκταση. Γι’ αυτό, αγαπητοί, σ’ αυτή την ομιλία, ο στόχος ήταν να φανεί ότι η ψυχή κάθε Ελληνίδας, από όποια περιοχή και αν προερχόταν, παλλόταν από τον πόθο της ελευθερίας, εμπνεόταν από το όραμα της αποτίναξης του Τουρκικού ζυγού και πάλευε με αφάνταστη τόλμη για την πραγματοποίησή του.
Για τις Ελληνίδες της Επανάστασης, η ελευθερία ήταν μια πνευματική αρχή. Η δράση τους, οι ηρωικές τους πράξεις φανερώνουν έναν κόσμο αξιών, έναν κόσμο φυσικής ανατροφής που βρίσκεται έξω από τις υλικές αξίες και το μικροσυμφέρον. Η παρουσία τους στην Επανάσταση έδωσε το μέτρο της αυτοθυσίας, της ετοιμότητας για περιφρούρηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του πατριωτισμού, του αγώνα για την ειρήνη, στήριξε, αν θέλετε, το δικαίωμα της γυναίκας για ισότιμη συμμετοχή στα αγαθά της κοινωνίας και επιβεβαίωσε προς όλη την οικουμένη τις αρετές που χαρακτήριζαν ανέκαθεν τη γυναίκα της Ελλάδας, ελληνική ευψυχία και αξιοπρέπεια.
Κυρίες και Κύριοι,
Η ελληνική Επανάσταση του 1821, χωρίς τις γυναίκες, δεν θα ήταν εθνεγερσία, θα απείχε πολύ από αυτό το ένδοξο γεγονός που σηματοδότησε ολόκληρο το ελληνικό Έθνος. Γι’ αυτό στις αγωνίστριες γυναίκες, επώνυμες και ανώνυμες του ΄21, μόνο μια λέξη ταιριάζει: Α Θ Α Ν Α Τ Ε Σ ! ! !
Κατερίνα Κουμπουρλή-Παναγιωτοπούλου (Φιλόλογος, τ. Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Δ. Πατρέων)

